Het werkwoord: begrijpen / Το ρήμα: καταλαβαίνω, κατανοώ
Infinitief / Απαρέμφατο: begrijpen / καταλαβαίνω, κατανοώ
Stam / Θέμα: begrijp
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: begrepen / καταλάβει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. begrijp | εγώ καταλαβαίνω
jij .:. begrijpt | εσύ καταλαβαίνεις
u .:. begrijpt | εσείς καταλαβαίνετε [ευγενείας]
hij .:. begrijpt | αυτός καταλαβαίνει
zij .:. begrijpt | αυτή καταλαβαίνει
het .:. begrijpt | αυτό καταλαβαίνει
wij .:. begrijpen | εμείς καταλαβαίνουμε
jullie .:. begrijpen | εσείς καταλαβαίνετε
zij .:. begrijpen | αυτοί / αυτές / αυτά καταλαβαίνουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik begrijp deze regel niet. / Εγώ δεν καταλαβαίνω αυτόν τον κανόνα.
Begrijp jij wat hij zegt? / Καταλαβαίνεις εσύ τι λέει αυτός;
Wij begrijpen de situatie heel goed. / Εμείς καταλαβαίνουμε την κατάσταση πολύ καλά.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. begreep | εγώ καταλάβαινα / κατάλαβα
jij .:. begreep | εσύ καταλάβαινες / κατάλαβες
u .:. begreep | εσείς καταλαβαίνατε / καταλάβατε [ευγενείας]
hij .:. begreep | αυτός καταλάβαινε / κατάλαβε
zij .:. begreep | αυτή καταλάβαινε / κατάλαβε
het .:. begreep | αυτό καταλάβαινε / κατάλαβε
wij .:. begrepen | εμείς καταλαβαίναμε / καταλάβαμε
jullie .:. begrepen | εσείς καταλαβαίνατε / καταλάβατε
zij .:. begrepen | αυτοί / αυτές / αυτά καταλάβαιναν / κατάλαβαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Toen begreep ik de vraag niet. / Τότε δεν κατάλαβα την ερώτηση.
Zij begrepen elkaar meteen. / Αυτοί κατάλαβαν ο ένας τον άλλον αμέσως.
Begreep jij de leraar gisteren? / Κατάλαβες εσύ τον δάσκαλο χθες;
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb begrepen | εγώ έχω καταλάβει / κατάλαβα
jij .:. hebt begrepen | εσύ έχεις καταλάβει / κατάλαβες
u .:. heeft / hebt begrepen | εσείς έχετε καταλάβει [ευγενείας]
hij .:. heeft begrepen | αυτός έχει καταλάβει / κατάλαβε
zij .:. heeft begrepen | αυτή έχει καταλάβει / κατάλαβε
het .:. heeft begrepen | αυτό έχει καταλάβει / κατάλαβε
wij .:. hebben begrepen | εμείς έχουμε καταλάβει / καταλάβαμε
jullie .:. hebben begrepen | εσείς έχετε καταλάβει / καταλάβατε
zij .:. hebben begrepen | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν καταλάβει / κατάλαβαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb de uitleg goed begrepen. / Εγώ έχω καταλάβει καλά την εξήγηση.
Heb jij het antwoord begrepen? / Έχεις καταλάβει εσύ την απάντηση;
Wij hebben begrepen dat het feest niet doorgaat. / Εμείς έχουμε καταλάβει ότι το πάρτυ δεν θα γίνει.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal begrijpen | εγώ θα καταλάβω
jij .:. zult begrijpen | εσύ θα καταλάβεις
u .:. zult begrijpen | εσείς θα καταλάβετε [ευγενείας]
hij .:. zal begrijpen | αυτός θα καταλάβει
zij .:. zal begrijpen | αυτή θα καταλάβει
het .:. zal begrijpen | αυτό θα καταλάβει
wij .:. zullen begrijpen | εμείς θα καταλάβουμε
jullie .:. zullen begrijpen | εσείς θα καταλάβετε
zij .:. zullen begrijpen | αυτοί / αυτές / αυτά θα καταλάβουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Later zal ik het wel begrijpen. / Αργότερα θα το καταλάβω.
Wij zullen je beslissing begrijpen. / Εμείς θα καταλάβουμε την απόφασή σου.
Zij zullen snel begrijpen hoe het werkt. / Αυτοί θα καταλάβουν γρήγορα πώς λειτουργεί.