Het werkwoord: bewaren / Το ρήμα: φυλάσσω, διατηρώ, αποθηκεύω
Infinitief / Απαρέμφατο: bewaren / φυλάσσω, διατηρώ, αποθηκεύω
Stam / Θέμα: bewaar
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: bewaard / φυλάξει, διατηρήσει, αποθηκεύσει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. bewaar | εγώ φυλάσσω / διατηρώ / αποθηκεύω
jij .:. bewaart | εσύ φυλάσσεις / διατηρείς / αποθηκεύεις
u .:. bewaart | εσείς φυλάσσετε / διατηρείτε / αποθηκεύετε [ευγενείας]
hij .:. bewaart | αυτός φυλάσσει / διατηρεί / αποθηκεύει
zij .:. bewaart | αυτή φυλάσσει / διατηρεί / αποθηκεύει
het .:. bewaart | αυτό φυλάσσει / διατηρεί / αποθηκεύει
wij .:. bewaren | εμείς φυλάσσουμε / διατηρούμε / αποθηκεύουμε
jullie .:. bewaren | εσείς φυλάσσετε / διατηρείτε / αποθηκεύετε
zij .:. bewaren | αυτοί / αυτές / αυτά φυλάσσουν / διατηρούν / αποθηκεύουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Waar bewaar jij de oude foto’s? / Πού φυλάσσεις εσύ τις παλιές φωτογραφίες;
Hij bewaart het eten in de koelkast. / Αυτός διατηρεί / αποθηκεύει το φαγητό στο ψυγείο.
Wij bewaren al onze documenten digitaal. / Εμείς αποθηκεύουμε όλα τα έγγραφά μας ψηφιακά.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. bewaarde | εγώ φύλαγα / φύλαξα / διατηρούσα / διατήρησα / αποθήκευα / αποθήκευσα
jij .:. bewaarde | εσύ φύλαγες / φύλαξες / διατηρούσες / διατήρησες / αποθήκευες / αποθήκευσες
u .:. bewaarde | εσείς φυλάγατε / φυλάξατε / διατηρούσατε / διατηρήσατε / αποθηκεύατε / αποθηκεύσατε [ευγενείας]
hij .:. bewaarde | αυτός φύλαγε / φύλαξε / διατηρούσε / διατήρησε / αποθήκευε / αποθήκευσε
zij .:. bewaarde | αυτή φύλαγε / φύλαξε / διατηρούσε / διατήρησε / αποθήκευε / αποθήκευσε
het .:. bewaarde | αυτό φύλαγε / φύλαξε / διατηρούσε / διατήρησε / αποθήκευε / αποθήκευσε
wij .:. bewaarden | εμείς φυλάγαμε / φυλάξαμε / διατηρούσαμε / διατηρήσαμε / αποθηκεύαμε / αποθηκεύσαμε
jullie .:. bewaarden | εσείς φυλάγατε / φυλάξατε / διατηρούσατε / διατηρήσατε / αποθηκεύατε / αποθηκεύσατε
zij .:. bewaarden | αυτοί / αυτές / αυτά φύλαγαν / φύλαξαν / διατηρούσαν / διατήρησαν / αποθήκευαν / αποθήκευσαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Mijn oma bewaarde altijd al haar brieven. / Η γιαγιά μου φύλαγε πάντα όλα τα γράμματά της.
Bewaarde jij die oude bon gisteren? / Φύλαξες εσύ εκείνη την παλιά απόδειξη χθες;
Zij bewaarden het geheim jarenlang. / Αυτοί κράτησαν το μυστικό για χρόνια.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb bewaard | εγώ έχω φυλάξει / φύλαξα / έχω διατηρήσει / διατήρησα / έχω αποθηκεύσει / αποθήκευσα
jij .:. hebt bewaard | εσύ έχεις φυλάξει / φύλαξες / έχεις διατηρήσει / διατήρησες / έχεις αποθηκεύσει / αποθήκευσες
u .:. heeft / hebt bewaard | εσείς έχετε φυλάξει / φυλάξατε / έχετε διατηρήσει / διατηρήσατε / έχετε αποθηκεύσει / αποθηκεύσατε [ευγενείας]
hij .:. heeft bewaard | αυτός έχει φυλάξει / φύλαξε / έχει διατηρήσει / διατήρησε / έχει αποθηκεύσει / αποθήκευσε
zij .:. heeft bewaard | αυτή έχει φυλάξει / φύλαξε / έχει διατηρήσει / διατήρησε / έχει αποθηκεύσει / αποθήκευσε
het .:. heeft bewaard | αυτό έχει φυλάξει / φύλαξε / έχει διατηρήσει / διατήρησε / έχει αποθηκεύσει / αποθήκευσε
wij .:. hebben bewaard | εμείς έχουμε φυλάξει / φυλάξαμε / έχουμε διατηρήσει / διατηρήσαμε / έχουμε αποθηκεύσει / αποθηκεύσαμε
jullie .:. hebben bewaard | εσείς έχετε φυλάξει / φυλάξατε / έχετε διατηρήσει / διατηρήσατε / έχετε αποθηκεύσει / αποθηκεύσατε
zij .:. hebben bewaard | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν φυλάξει / φύλαξαν / έχουν διατηρήσει / διατήρησαν / έχουν αποθηκεύσει / αποθήκευσαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb de bestanden op de computer bewaard. / Εγώ έχω αποθηκεύσει τα αρχεία στον υπολογιστή.
Heb jij een stukje taart voor mij bewaard? / Έχεις φυλάξει εσύ ένα κομμάτι κέικ για μένα;
Zij hebben alle herinneringen goed bewaard. / Αυτοί έχουν φυλάξει καλά όλες τις αναμνήσεις.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal bewaren | εγώ θα φυλάσσω / θα φυλάξω / θα διατηρώ / θα διατηρήσω / θα αποθηκεύω / θα αποθηκεύσω
jij .:. zult bewaren | εσύ θα φυλάσσεις / θα φυλάξεις / θα διατηρείς / θα διατηρήσεις / θα αποθηκεύεις / θα αποθηκεύσεις
u .:. zult bewaren | εσείς θα φυλάσσετε / θα φυλάξετε / θα διατηρείτε / θα διατηρήσετε / θα αποθηκεύετε / θα αποθηκεύσετε [ευγενείας]
hij .:. zal bewaren | αυτός θα φυλάσσει / θα φυλάξει / θα διατηρεί / θα διατηρήσει / θα αποθηκεύει / θα αποθηκεύσει
zij .:. zal bewaren | αυτή θα φυλάσσει / θα φυλάξει / θα διατηρεί / θα διατηρήσει / θα αποθηκεύει / θα αποθηκεύσει
het .:. zal bewaren | αυτό θα φυλάσσει / θα φυλάξει / θα διατηρεί / θα διατηρήσει / θα αποθηκεύει / θα αποθηκεύσει
wij .:. zullen bewaren | εμείς θα φυλάσσουμε / θα φυλάξουμε / θα διατηρούμε / θα διατηρήσουμε / θα αποθηκεύουμε / θα αποθηκεύσουμε
jullie .:. zullen bewaren | εσείς θα φυλάσσετε / θα φυλάξετε / θα διατηρείτε / θα διατηρήσετε / θα αποθηκεύετε / θα αποθηκεύσετε
zij .:. zullen bewaren | αυτοί / αυτές / αυτά θα φυλάσσουν / θα φυλάξουν / θα διατηρούν / θα διατηρήσουν / θα αποθηκεύουν / θα αποθηκεύσουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal deze brief zorgvuldig bewaren. / Εγώ θα φυλάξω αυτό το γράμμα προσεκτικά.
Zal jij de rust bewaren? / Θα διατηρήσεις εσύ την ψυχραιμία / ηρεμία;
Zij zullen de spullen in een doos bewaren. / Αυτοί θα φυλάξουν τα πράγματα σε ένα κουτί.