Het werkwoord: dragen / Το ρήμα: φοράω, κουβαλάω
Infinitief / Απαρέμφατο: dragen / φοράω, κουβαλάω
Stam / Θέμα: draag
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gedragen / φορέσει, κουβαλήσει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. draag | εγώ φοράω / κουβαλάω
jij .:. draagt | εσύ φοράς / κουβαλάς
u .:. draagt | εσείς φοράτε / κουβαλάτε [ευγενείας]
hij .:. draagt | αυτός φοράει / κουβαλάει
zij .:. draagt | αυτή φοράει / κουβαλάει
het .:. draagt | αυτό φοράει / κουβαλάει
wij .:. dragen | εμείς φοράμε / κουβαλάμε
jullie .:. dragen | εσείς φοράτε / κουβαλάτε
zij .:. dragen | αυτοί / αυτές / αυτά φοράνε / κουβαλάνε
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik draag vandaag een warme jas. / Εγώ φοράω σήμερα ένα ζεστό μπουφάν.
Draagt hij die zware doos alleen? / Κουβαλάει αυτός εκείνο το βαρύ κουτί μόνος του;
Wij dragen altijd een bril. / Εμείς φοράμε πάντα γυαλιά.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. droeg | εγώ φορούσα / φόρεσα / κουβαλούσα / κουβάλησα
jij .:. droeg | εσύ φορούσες / φόρεσες / κουβαλούσες / κουβάλησες
u .:. droeg | εσείς φορούσατε / φορέσατε / κουβαλούσατε / κουβαλήσατε [ευγενείας]
hij .:. droeg | αυτός φορούσε / φόρεσε / κουβαλούσε / κουβάλησε
zij .:. droeg | αυτή φορούσε / φόρεσε / κουβαλούσε / κουβάλησε
het .:. droeg | αυτό φορούσε / φόρεσε / κουβαλούσε / κουβάλησε
wij .:. droegen | εμείς φορούσαμε / φορέσαμε / κουβαλούσαμε / κουβαλήσαμε
jullie .:. droegen | εσείς φορούσατε / φορέσατε / κουβαλούσατε / κουβαλήσατε
zij .:. droegen | αυτοί / αυτές / αυτά φορούσαν / φόρεσαν / κουβαλούσαν / κουβάλησαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren droeg zij een mooie jurk. / Χθες αυτή φόρεσε ένα ωραίο φορεμα.
Droeg jij de zware tassen naar boven? / Κουβάλησες εσύ τις βαριές τσάντες επάνω;
Zij droegen speciale kleding. / Αυτοί φορούσαν ειδικά ρούχα.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gedragen | εγώ έχω φορέσει / φόρεσα / έχω κουβαλήσει / κουβάλησα
jij .:. hebt gedragen | εσύ έχεις φορέσει / φόρεσες / έχεις κουβαλήσει / κουβάλησες
u .:. heeft / hebt gedragen | εσείς έχετε φορέσει / φορέσατε / έχετε κουβαλήσει / κουβαλήσατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gedragen | αυτός έχει φορέσει / φόρεσε / έχει κουβαλήσει / κουβάλησε
zij .:. heeft gedragen | αυτή έχει φορέσει / φόρεσε / έχει κουβαλήσει / κουβάλησε
het .:. heeft gedragen | αυτό έχει φορέσει / φόρεσε / έχει κουβαλήσει / κουβάλησε
wij .:. hebben gedragen | εμείς έχουμε φορέσει / φορέσαμε / έχουμε κουβαλήσει / κουβαλήσαμε
jullie .:. hebben gedragen | εσείς έχετε φορέσει / φορέσατε / έχετε κουβαλήσει / κουβαλήσατε
zij .:. hebben gedragen | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν φορέσει / φόρεσαν / έχουν κουβαλήσει / κουβάλησαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb deze hoed nooit gedragen. / Εγώ δεν έχω φορέσει ποτέ αυτό το καπέλο.
Heb jij alle koffers gedragen? / Έχεις κουβαλήσει εσύ όλες τις βαλίτσες;
Wij hebben de meubels samen gedragen. / Εμείς έχουμε κουβαλήσει τα έπιπλα μαζί.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal dragen | εγώ θα φοράω / θα φορέσω / θα κουβαλάω / θα κουβαλήσω
jij .:. zult dragen | εσύ θα φοράς / θα φορέσεις / θα κουβαλάς / θα κουβαλήσεις
u .:. zult dragen | εσείς θα φοράτε / θα φορέσετε / θα κουβαλάτε / θα κουβαλήσετε [ευγενείας]
hij .:. zal dragen | αυτός θα φοράει / θα φορέσει / θα κουβαλάει / θα κουβαλήσει
zij .:. zal dragen | αυτή θα φοράει / θα φορέσει / θα κουβαλάει / θα κουβαλήσει
het .:. zal dragen | αυτό θα φοράει / θα φορέσει / θα κουβαλάει / θα κουβαλήσει
wij .:. zullen dragen | εμείς θα φοράμε / θα φορέσουμε / θα κουβαλάμε / θα κουβαλήσουμε
jullie .:. zullen dragen | εσείς θα φοράτε / θα φορέσετε / θα κουβαλάτε / θα κουβαλήσετε
zij .:. zullen dragen | αυτοί / αυτές / αυτά θα φοράνε / θα φορέσουν / θα κουβαλάνε / θα κουβαλήσουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal morgen een pak dragen. / Εγώ θα φορέσω ένα κοστούμι αύριο.
Zult u deze doos dragen? / Θα κουβαλήσετε εσείς αυτό το κουτί;
Zij zullen de verantwoordelijkheid dragen. / Αυτοί θα φέρουν την ευθύνη.