Het werkwoord: kijken / Το ρήμα: κοιτάζω, βλέπω
Infinitief / Απαρέμφατο: kijken / κοιτάζω, βλέπω
Stam / Θέμα: kijk
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gekeken / κοιτάξει, δει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. kijk | εγώ κοιτάζω / βλέπω
jij .:. kijkt | εσύ κοιτάζεις / βλέπεις
u .:. kijkt | εσείς κοιτάζετε / βλέπετε [ευγενείας]
hij .:. kijkt | αυτός κοιτάζει / βλέπει
zij .:. kijkt | αυτή κοιτάζει / βλέπει
het .:. kijkt | αυτό κοιτάζει / βλέπει
wij .:. kijken | εμείς κοιτάζουμε / βλέπουμε
jullie .:. kijken | εσείς κοιτάζετε / βλέπετε
zij .:. kijken | αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάζουν / βλέπουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik kijk elke avond televisie. / Εγώ βλέπω τηλεόραση κάθε βράδυ.
Waar kijk jij naar? / Τι κοιτάζεις εσύ;
Wij kijken naar de mooie bloemen. / Εμείς κοιτάζουμε τα όμορφα λουλούδια.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. keek | εγώ κοίταζα / κοίταξα, έβλεπα / είδα
jij .:. keek | εσύ κοίταζες / κοίταξες, έβλεπες / είδες
u .:. keek | εσείς κοιτάζατε / κοιτάξατε, βλέπατε / είδατε [ευγενείας]
hij .:. keek | αυτός κοίταζε / κοίταξε, έβλεπε / είδε
zij .:. keek | αυτή κοίταζε / κοίταξε, έβλεπε / είδε
het .:. keek | αυτό κοίταζε / κοίταξε, έβλεπε / είδε
wij .:. keken | εμείς κοιτάζαμε / κοιτάξαμε, βλέπαμε / είδαμε
jullie .:. keken | εσείς κοιτάζατε / κοιτάξατε, βλέπατε / είδατε
zij .:. keken | αυτοί / αυτές / αυτά κοίταζαν / κοίταξαν, έβλεπαν / είδαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren keek ik naar een goede film. / Χθες εγώ είδα μια καλή ταινία.
Keek jij uit het raam? / Κοίταζες εσύ από το παράθυρο;
Zij keken samen naar de zonsondergang. / Αυτοί κοίταζαν μαζί το ηλιοβασίλεμα.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gekeken | εγώ έχω κοιτάξει / κοίταξα, έχω δει / είδα
jij .:. hebt gekeken | εσύ έχεις κοιτάξει / κοίταξες, έχεις δει / είδες
u .:. heeft / hebt gekeken | εσείς έχετε κοιτάξει / κοιτάξατε, έχετε δει / είδατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gekeken | αυτός έχει κοιτάξει / κοίταξε, έχει δει / είδε
zij .:. heeft gekeken | αυτή έχει κοιτάξει / κοίταξε, έχει δει / είδε
het .:. heeft gekeken | αυτό έχει κοιτάξει / κοίταξε, έχει δει / είδε
wij .:. hebben gekeken | εμείς έχουμε κοιτάξει / κοίταξαμε, έχουμε δει / είδαμε
jullie .:. hebben gekeken | εσείς έχετε κοιτάξει / κοιτάξατε, έχετε δει / είδατε
zij .:. hebben gekeken | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν κοιτάξει / κοίταξαν, έχουν δει / είδαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb gisteren naar het nieuws gekeken. / Εγώ είδα τις ειδήσεις χθες.
Heb jij al naar die serie gekeken? / Έχεις δει εσύ ήδη αυτή τη σειρά;
Wij hebben naar de vogels gekeken. / Εμείς κοιτάξαμε τα πουλιά.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal kijken | εγώ θα κοιτάξω / θα κοιτάζω, θα δω / θα βλέπω
jij .:. zult kijken | εσύ θα κοιτάξεις / θα κοιτάζεις, θα δεις / θα βλέπεις
u .:. zult kijken | εσείς θα κοιτάξετε / θα κοιτάζετε, θα δείτε / θα βλέπετε [ευγενείας]
hij .:. zal kijken | αυτός θα κοιτάξει / θα κοιτάζει, θα δει / θα βλέπει
zij .:. zal kijken | αυτή θα κοιτάξει / θα κοιτάζει, θα δει / θα βλέπει
het .:. zal kijken | αυτό θα κοιτάξει / θα κοιτάζει, θα δει / θα βλέπει
wij .:. zullen kijken | εμείς θα κοιτάξουμε / θα κοιτάζουμε, θα δούμε / θα βλέπουμε
jullie .:. zullen kijken | εσείς θα κοιτάξετε / θα κοιτάζετε, θα δείτε / θα βλέπετε
zij .:. zullen kijken | αυτοί / αυτές / αυτά θα κοιτάξουν / θα κοιτάζουν, θα δουν / θα βλέπουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal morgen naar je foto’s kijken. / Εγώ θα κοιτάξω τις φωτογραφίες σου αύριο.
Zult u vanavond naar de wedstrijd kijken? / Θα δείτε εσείς τον αγώνα απόψε;
Zij zullen straks samen een film kijken. / Αυτοί θα δουν μια ταινία μαζί σε λίγο.