Het werkwoord: kunnen / Το ρήμα: μπορώ
Infinitief / Απαρέμφατο: kunnen / μπορώ
Stam / Θέμα: kan / kun
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gekund / μπορέσει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. kan | εγώ μπορώ
jij .:. kunt / kan | εσύ μπορείς
u .:. kunt / kan | εσείς μπορείτε [ευγενείας]
hij .:. kan | αυτός μπορεί
zij .:. kan | αυτή μπορεί
het .:. kan | αυτό μπορεί
wij .:. kunnen | εμείς μπορούμε
jullie .:. kunnen | εσείς μπορείτε
zij .:. kunnen | αυτοί / αυτές / αυτά μπορούν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik kan goed Nederlands spreken. / Εγώ μπορώ να μιλήσω καλά ολλανδικά.
Kun jij mij even helpen? / Μπορείς εσύ να με βοηθήσεις λίγο;
Wij kunnen vandaag niet komen. / Εμείς δεν μπορούμε να έρθουμε σήμερα.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. kon | εγώ μπορούσα / μπόρεσα
jij .:. kon | εσύ μπορούσες / μπόρεσες
u .:. kon | εσείς μπορούσατε / μπορέσατε [ευγενείας]
hij .:. kon | αυτός μπορούσε / μπόρεσε
zij .:. kon | αυτή μπορούσε / μπόρεσε
het .:. kon | αυτό μπορούσε / μπόρεσε
wij .:. konden | εμείς μπορούσαμε / μπορέσαμε
jullie .:. konden | εσείς μπορούσατε / μπορέσατε
zij .:. konden | αυτοί / αυτές / αυτά μπορούσαν / μπόρεσαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren kon ik niet werken. / Χθες εγώ δεν μπορούσα να δουλέψω.
Kon jij de weg makkelijk vinden? / Μπόρεσες εσύ να βρεις τον δρόμο εύκολα;
Zij konden helaas niet komen. / Αυτοί δυστυχώς δεν μπόρεσαν να έρθουν.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gekund | εγώ έχω μπορέσει / μπόρεσα
jij .:. hebt gekund | εσύ έχεις μπορέσει / μπόρεσες
u .:. heeft / hebt gekund | εσείς έχετε μπορέσει / μπορέσατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gekund | αυτός έχει μπορέσει / μπόρεσε
zij .:. heeft gekund | αυτή έχει μπορέσει / μπόρεσε
het .:. heeft gekund | αυτό έχει μπορέσει / μπόρεσε
wij .:. hebben gekund | εμείς έχουμε μπορέσει / μπορέσαμε
jullie .:. hebben gekund | εσείς έχετε μπορέσει / μπορέσατε
zij .:. hebben gekund | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν μπορέσει / μπόρεσαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb het niet eerder gekund. / Εγώ δεν το έχω μπορέσει νωρίτερα.
Ik heb gisteren niet kunnen werken. / Εγώ δεν μπόρεσα να δουλέψω χθες. [χρήση απαρεμφάτου λόγω διπλού απαρεμφάτου]
Wij hebben al onze taken kunnen afmaken. / Εμείς μπορέσαμε να ολοκληρώσουμε όλες τις εργασίες μας.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal kunnen | εγώ θα μπορώ / θα μπορέσω
jij .:. zult kunnen | εσύ θα μπορείς / θα μπορέσεις
u .:. zult kunnen | εσείς θα μπορείτε / θα μπορέσετε [ευγενείας]
hij .:. zal kunnen | αυτός θα μπορεί / θα μπορέσει
zij .:. zal kunnen | αυτή θα μπορεί / θα μπορέσει
het .:. zal kunnen | αυτό θα μπορεί / θα μπορέσει
wij .:. zullen kunnen | εμείς θα μπορούμε / θα μπορέσουμε
jullie .:. zullen kunnen | εσείς θα μπορείτε / θα μπορέσετε
zij .:. zullen kunnen | αυτοί / αυτές / αυτά θα μπορούν / θα μπορέσουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal morgen niet kunnen komen. / Εγώ δεν θα μπορέσω να έρθω αύριο.
Zult u ons volgende week kunnen helpen? / Θα μπορέσετε εσείς να μας βοηθήσετε την επόμενη εβδομάδα;
Wij zullen dit samen kunnen oplossen. / Εμείς θα μπορέσουμε να το λύσουμε αυτό μαζί.