Het werkwoord: lachen / Το ρήμα: γελάω
Infinitief / Απαρέμφατο: lachen / γελάω
Stam / Θέμα: lach
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gelachen / γελάσει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. lach | εγώ γελάω
jij .:. lacht | εσύ γελάς
u .:. lacht | εσείς γελάτε [ευγενείας]
hij .:. lacht | αυτός γελάει
zij .:. lacht | αυτή γελάει
het .:. lacht | αυτό γελάει
wij .:. lachen | εμείς γελάμε
jullie .:. lachen | εσείς γελάτε
zij .:. lachen | αυτοί / αυτές / αυτά γελούν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik lach om een goede grap. / Εγώ γελάω με ένα καλό αστείο.
Lach jij vaak tijdens de film? / Γελάς εσύ συχνά κατά τη διάρκεια της ταινίας;
Zij lachen samen heel hard. / Αυτοί γελούν μαζί πολύ δυνατά.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. lachte | εγώ γέλαγα / γέλασα
jij .:. lachte | εσύ γέλαγες / γέλασες
u .:. lachte | εσείς γελάγατε / γελάσατε [ευγενείας]
hij .:. lachte | αυτός γέλαγε / γέλασε
zij .:. lachte | αυτή γέλαγε / γέλασε
het .:. lachte | αυτό γέλαγε / γέλασε
wij .:. lachten | εμείς γελάγαμε / γελάσαμε
jullie .:. lachten | εσείς γελάγατε / γελάσατε
zij .:. lachten | αυτοί / αυτές / αυτά γέλαγαν / γέλασαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren lachte ik om zijn reactie. / Χθες εγώ γέλασα με την αντίδρασή του.
Lachte jij toen hij die mop vertelde? / Γέλασες εσύ όταν είπε εκείνο το ανέκδοτο;
Zij lachten de hele avond. / Αυτοί γέλαγαν όλο το βράδυ.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gelachen | εγώ έχω γελάσει / γέλασα
jij .:. hebt gelachen | εσύ έχεις γελάσει / γέλασες
u .:. heeft / hebt gelachen | εσείς έχετε γελάσει / γελάσατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gelachen | αυτός έχει γελάσει / γέλασε
zij .:. heeft gelachen | αυτή έχει γελάσει / γέλασε
het .:. heeft gelachen | αυτό έχει γελάσει / γέλασε
wij .:. hebben gelachen | εμείς έχουμε γελάσει / γελάσαμε
jullie .:. hebben gelachen | εσείς έχετε γελάσει / γελάσατε
zij .:. hebben gelachen | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν γελάσει / γέλασαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb erg om die komedie gelachen. / Εγώ γέλασα πολύ με εκείνη την κωμωδία.
Heb jij gisteren veel gelachen? / Έχεις γελάσει εσύ πολύ χθες;
Wij hebben samen veel gelachen. / Εμείς έχουμε γελάσει πολύ μαζί.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal lachen | εγώ θα γελάσω / θα γελάω
jij .:. zult lachen | εσύ θα γελάσεις / θα γελάς
u .:. zult lachen | εσείς θα γελάσετε / θα γελάτε [ευγενείας]
hij .:. zal lachen | αυτός θα γελάσει / θα γελάει
zij .:. zal lachen | αυτή θα γελάσει / θα γελάει
het .:. zal lachen | αυτό θα γελάσει / θα γελάει
wij .:. zullen lachen | εμείς θα γελάσουμε / θα γελάμε
jullie .:. zullen lachen | εσείς θα γελάσετε / θα γελάτε
zij .:. zullen lachen | αυτοί / αυτές / αυτά θα γελάσουν / θα γελούν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal zeker om die show lachen. / Εγώ θα γελάσω σίγουρα με εκείνη την παράσταση.
Zult u ook om de grappen lachen? / Θα γελάσετε κι εσείς με τα αστεία;
Zij zullen erg hard lachen. / Αυτοί θα γελάσουν πολύ δυνατά.