Het werkwoord: luisteren / Το ρήμα: ακούω
Infinitief / Απαρέμφατο: luisteren / ακούω
Stam / Θέμα: luister
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: geluisterd / ακούσει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. luister | εγώ ακούω
jij .:. luistert | εσύ ακούς
u .:. luistert | εσείς ακούτε [ευγενείας]
hij .:. luistert | αυτός ακούει
zij .:. luistert | αυτή ακούει
het .:. luistert | αυτό ακούει
wij .:. luisteren | εμείς ακούμε
jullie .:. luisteren | εσείς ακούτε
zij .:. luisteren | αυτοί / αυτές / αυτά ακούν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik luister elke dag naar de radio. / Εγώ ακούω ραδιόφωνο κάθε μέρα.
Luister jij naar de leraar? / Ακούς εσύ τον δάσκαλο;
Zij luisteren graag naar muziek. / Αυτοί ακούν ευχαρίστως μουσική.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. luisterde | εγώ άκουγα / άκουσα
jij .:. luisterde | εσύ άκουγες / άκουσες
u .:. luisterde | εσείς ακούγατε / ακούσατε [ευγενείας]
hij .:. luisterde | αυτός άκουγε / άκουσε
zij .:. luisterde | αυτή άκουγε / άκουσε
het .:. luisterde | αυτό άκουγε / άκουσε
wij .:. luisterden | εμείς ακούγαμε / ακούσαμε
jullie .:. luisterden | εσείς ακούγατε / ακούσατε
zij .:. luisterden | αυτοί / αυτές / αυτά άκουγαν / άκουσαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren luisterde ik naar een podcast. / Χθες εγώ άκουγα ένα podcast.
Luisterde jij aandachtig naar het verhaal? / Άκουγες εσύ προσεκτικά την ιστορία;
Zij luisterden niet naar het advies. / Αυτοί δεν άκουσαν τη συμβουλή.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb geluisterd | εγώ έχω ακούσει / άκουσα
jij .:. hebt geluisterd | εσύ έχεις ακούσει / άκουσες
u .:. heeft / hebt geluisterd | εσείς έχετε ακούσει / ακούσατε [ευγενείας]
hij .:. heeft geluisterd | αυτός έχει ακούσει / άκουσε
zij .:. heeft geluisterd | αυτή έχει ακούσει / άκουσε
het .:. heeft geluisterd | αυτό έχει ακούσει / άκουσε
wij .:. hebben geluisterd | εμείς έχουμε ακούσει / ακούσαμε
jullie .:. hebben geluisterd | εσείς έχετε ακούσει / ακούσατε
zij .:. hebben geluisterd | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν ακούσει / άκουσαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb naar een nieuw album geluisterd. / Εγώ έχω ακούσει ένα νέο άλμπουμ.
Heb jij goed naar mij geluisterd? / Έχεις ακούσει εσύ προσεκτικά εμένα;
Wij hebben urenlang naar de storm geluisterd. / Εμείς ακούγαμε τη καταιγίδα για ώρες.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal luisteren | εγώ θα ακούσω / θα ακούω
jij .:. zult luisteren | εσύ θα ακούσεις / θα ακούς
u .:. zult luisteren | εσείς θα ακούσετε / θα ακούτε [ευγενείας]
hij .:. zal luisteren | αυτός θα ακούσει / θα ακούει
zij .:. zal luisteren | αυτή θα ακούσει / θα ακούει
het .:. zal luisteren | αυτό θα ακούσει / θα ακούει
wij .:. zullen luisteren | εμείς θα ακούσουμε / θα ακούμε
jullie .:. zullen luisteren | εσείς θα ακούσετε / θα ακούτε
zij .:. zullen luisteren | αυτοί / αυτές / αυτά θα ακούσουν / θα ακούν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal straks naar je verhaal luisteren. / Εγώ θα ακούσω την ιστορία σου σε λίγο.
Zult u naar onze presentatie luisteren? / Θα ακούσετε εσείς την παρουσίασή μας;
Zij zullen aandachtig naar de gids luisteren. / Αυτοί θα ακούν προσεκτικά τον οδηγό.