Het werkwoord: moeten / Το ρήμα: πρέπει
Infinitief / Απαρέμφατο: moeten / πρέπει, έχω υποχρέωση
Stam / Θέμα: moet
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gemoeten — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. moet | εγώ πρέπει
jij .:. moet | εσύ πρέπει
u .:. moet | εσείς πρέπει [ευγενείας]
hij .:. moet | αυτός πρέπει
zij .:. moet | αυτή πρέπει
het .:. moet | αυτό πρέπει
wij .:. moeten | εμείς πρέπει
jullie .:. moeten | εσείς πρέπει
zij .:. moeten | αυτοί / αυτές / αυτά πρέπει
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik moet vandaag vroeg opstaan. / Πρέπει να σηκωθώ νωρίς σήμερα.
Je moet goed naar de leraar luisteren. / Πρέπει να ακούς προσεκτικά τον δάσκαλο.
Wij moeten nu echt vertrekken. / Πρέπει να φύγουμε πραγματικά τώρα.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. moest | εγώ έπρεπε
jij .:. moest | εσύ έπρεπε
u .:. moest | εσείς έπρεπε [ευγενείας]
hij .:. moest | αυτός έπρεπε
zij .:. moest | αυτή έπρεπε
het .:. moest | αυτό έπρεπε
wij .:. moesten | εμείς έπρεπε
jullie .:. moesten | εσείς έπρεπε
zij .:. moesten | αυτοί / αυτές / αυτά έπρεπε
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Hij moest gisteren hard werken. / Έπρεπε να δουλέψει σκληρά χθες.
Wij moesten lang op de bus wachten. / Έπρεπε να περιμένουμε το λεωφορείο για πολλή ώρα.
Wat moest je daar doen? / Τι έπρεπε να κάνεις εκεί;
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gemoeten | εγώ έχω χρειαστεί να / έπρεπε
jij .:. hebt gemoeten | εσύ έχεις χρειαστεί να / έπρεπε
u .:. hebt / heeft gemoeten | εσείς έχετε χρειαστεί να / έπρεπε [ευγενείας]
hij .:. heeft gemoeten | αυτός έχει χρειαστεί να / έπρεπε
zij .:. heeft gemoeten | αυτή έχει χρειαστεί να / έπρεπε
het .:. heeft gemoeten | αυτό έχει χρειαστεί να / έπρεπε
wij .:. hebben gemoeten | εμείς έχουμε χρειαστεί να / έπρεπε
jullie .:. hebben gemoeten | εσείς έχετε χρειαστεί να / έπρεπε
zij .:. hebben gemoeten | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν χρειαστεί να / έπρεπε
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb lang op het station moeten wachten. / Έπρεπε να περιμένω για πολλή ώρα στον σταθμό.
Dat heeft zo moeten zijn. / Έπρεπε να γίνει έτσι (έτσι ήταν η μοίρα).
Hij heeft zijn auto moeten verkopen. / Έπρεπε να πουλήσει το αυτοκίνητό του.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal moeten | εγώ θα πρέπει
jij .:. zult moeten | εσύ θα πρέπει
u .:. zult moeten | εσείς θα πρέπει [ευγενείας]
hij .:. zal moeten | αυτός θα πρέπει
zij .:. zal moeten | αυτή θα πρέπει
het .:. zal moeten | αυτό θα πρέπει
wij .:. zullen moeten | εμείς θα πρέπει
jullie .:. zullen moeten | εσείς θα πρέπει
zij .:. zullen moeten | αυτοί / αυτές / αυτά θα πρέπει
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Morgen zal ik hard moeten werken. / Αύριο θα πρέπει να δουλέψω σκληρά.
Je zult meer uw best moeten doen. / Θα πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο.
We zullen samen een oplossing moeten vinden. / Θα πρέπει να βρούμε μια λύση μαζί.