Het werkwoord: mogen / Το ρήμα: επιτρέπεται, μπορώ (έχω την άδεια)
Infinitief / Απαρέμφατο: mogen / επιτρέπεται, έχω την άδεια
Stam / Θέμα: mag
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gemogen — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. mag | εγώ επιτρέπεται να
jij .:. mag | εσύ επιτρέπεται να
u .:. mag | εσείς επιτρέπεται να [ευγενείας]
hij .:. mag | αυτός επιτρέπεται να
zij .:. mag | αυτή επιτρέπεται να
het .:. mag | αυτό επιτρέπεται να
wij .:. mogen | εμείς επιτρέπεται να
jullie .:. mogen | εσείς επιτρέπεται να
zij .:. mogen | αυτοί / αυτές / αυτά επιτρέπεται να
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Mag ik hier parkeren? / Επιτρέπεται να παρκάρω εδώ;
Je mag vandaag eerder naar huis. / Μπορείς (έχεις την άδεια) να πας νωρίτερα σπίτι σήμερα.
Wij mogen hier niet roken. / Δεν επιτρέπεται να καπνίζουμε εδώ.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. mocht | εγώ επιτρεπόταν να
jij .:. mocht | εσύ επιτρεπόταν να
u .:. mocht | εσείς επιτρεπόταν να
hij .:. mocht | αυτός επιτρεπόταν να
zij .:. mocht | αυτή επιτρεπόταν να
het .:. mocht | αυτό επιτρεπόταν να
wij .:. mochten | εμείς επιτρεπόταν να
jullie .:. mochten | εσείς επιτρεπόταν να
zij .:. mochten | αυτοί / αυτές / αυτά επιτρεπόταν να
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Toen ik klein was, mocht ik niet laat opblijven. / Όταν ήμουν μικρός, δεν επιτρεπόταν να μένω ξύπνιος αργά.
Mocht u vragen hebben, laat het ons weten. / Αν τυχόν έχετε ερωτήσεις, ενημερώστε μας.
Zij mochten niet naar het feest gaan. / Δεν τους επιτράπηκε να πάνε στο πάρτι.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gemogen | εγώ είχα την άδεια / μου επιτράπηκε
jij .:. hebt gemogen | εσύ είχες την άδεια / σου επιτράπηκε
u .:. hebt / heeft gemogen | εσείς είχατε την άδεια / σας επιτράπηκε [ευγενείας]
hij .:. heeft gemogen | αυτός είχε την άδεια / του επιτράπηκε
zij .:. heeft gemogen | αυτή είχε την άδεια / της επιτράπηκε
het .:. heeft gemogen | αυτό είχε την άδεια / του επιτράπηκε
wij .:. hebben gemogen | εμείς είχαμε την άδεια / μας επιτράπηκε
jullie .:. hebben gemogen | εσείς είχατε την άδεια / σας επιτράπηκε
zij .:. hebben gemogen | αυτοί / αυτές / αυτά είχαν την άδεια / τους επιτράπηκε
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb nooit alleen naar buiten gemogen. / Δεν μου επιτράπηκε ποτέ να βγω έξω μόνος.
Zij heeft de auto niet mogen gebruiken. / Δεν της επιτράπηκε να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο.
Dat heeft van de dokter niet gemogen. / Αυτό δεν επιτράπηκε από τον γιατρό.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal mogen | εγώ θα επιτρέπεται να
jij .:. zult mogen | εσύ θα επιτρέπεται να
u .:. zult mogen | εσείς θα επιτρέπεται να [ευγενείας]
hij .:. zal mogen | αυτός θα επιτρέπεται να
zij .:. zal mogen | αυτή θα επιτρέπεται να
het .:. zal mogen | αυτό θα επιτρέπεται να
wij .:. zullen mogen | εμείς θα επιτρέπεται να
jullie .:. zullen mogen | εσείς θα επιτρέπεται να
zij .:. zullen mogen | αυτοί / αυτές / αυτά θα επιτρέπεται να
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Morgen zal ik weer naar buiten mogen. / Αύριο θα μου επιτραπεί ξανά να βγω έξω.
Je zult niet zomaar naar binnen mogen. / Δεν θα σου επιτραπεί έτσι απλά να μπεις μέσα.
Zullen wij hier wel mogen staan? / Θα επιτρέπεται άραγε να σταθούμε εδώ;