Het werkwoord: ruimen / Το ρήμα: τακτοποιώ, καθαρίζω, αδειάζω, μαζεύω
Infinitief / Απαρέμφατο: ruimen / τακτοποιώ, καθαρίζω, αδειάζω, μαζεύω
Stam / Θέμα: ruim
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: geruimd / τακτοποιήσει, καθαρίσει, αδειάσει, μαζέψει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. ruim | εγώ τακτοποιώ / καθαρίζω / αδειάζω / μαζεύω
jij .:. ruimt | εσύ τακτοποιείς / καθαρίζεις / αδειάζεις / μαζεύεις
u .:. ruimt | εσείς τακτοποιείτε / καθαρίζετε / αδειάζετε / μαζεύετε [ευγενείας]
hij .:. ruimt | αυτός τακτοποιεί / καθαρίζει / αδειάζει / μαζεύει
zij .:. ruimt | αυτή τακτοποιεί / καθαρίζει / αδειάζει / μαζεύει
het .:. ruimt | αυτό τακτοποιεί / καθαρίζει / αδειάζει / μαζεύει
wij .:. ruimen | εμείς τακτοποιούμε / καθαρίζουμε / αδειάζουμε / μαζεύουμε
jullie .:. ruimen | εσείς τακτοποιείτε / καθαρίζετε / αδειάζετε / μαζεύετε
zij .:. ruimen | αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιούν / καθαρίζουν / αδειάζουν / μαζεύουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik ruim de tafel op na het eten. / Εγώ μαζεύω / καθαρίζω το τραπέζι μετά το φαγητό.
Ruimt hij zijn kamer elke week op? / Τακτοποιεί αυτός το δωμάτιό του κάθε εβδομάδα;
Wij ruimen de sneeuw van de stoep. / Εμείς καθαρίζουμε το χιόνι από το πεζοδρόμιο.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. ruimde | εγώ τακτοποιούσα / τακτοποίησα / καθάριζα / καθάρισα / άδειαζα / άδειασα / μάζευα / μάζεψα
jij .:. ruimde | εσύ τακτοποιούσες / τακτοποίησες / καθάριζες / καθάρισες / άδειαζες / άδειασες / μάζευες / μάζεψες
u .:. ruimde | εσείς τακτοποιούσατε / τακτοποιήσατε / καθαρίζατε / καθαρίσατε / αδειάζατε / αδειάσατε / μαζεύατε / μαζέψατε [ευγενείας]
hij .:. ruimde | αυτός τακτοποιούσε / τακτοποίησε / καθάριζε / καθάρισε / άδειαζε / άδειασε / μάζευε / μάζεψε
zij .:. ruimde | αυτή τακτοποιούσε / τακτοποίησε / καθάριζε / καθάρισε / άδειαζε / άδειασε / μάζευε / μάζεψε
het .:. ruimde | αυτό τακτοποιούσε / τακτοποίησε / καθάριζε / καθάρισε / άδειαζε / άδειασε / μάζευε / μάζεψε
wij .:. ruimden | εμείς τακτοποιούσαμε / τακτοποιήσαμε / καθαρίζαμε / καθαρίσαμε / αδειάζαμε / αδειάσαμε / μαζεύαμε / μαζέψαμε
jullie .:. ruimden | εσείς τακτοποιούσατε / τακτοποιήσατε / καθαρίζατε / καθαρίσατε / αδειάζατε / αδειάσατε / μαζεύατε / μαζέψατε
zij .:. ruimden | αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιούσαν / τακτοποίησαν / καθάριζαν / καθάρισαν / άδειαζαν / άδειασαν / μάζευαν / μάζεψαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Hij ruimde gisteren de hele schuur op. / Αυτός τακτοποίησε / καθάρισε χθες ολόκληρη την αποθήκη.
Ruimde jij de spullen gisteren op? / Μάζεψες εσύ τα πράγματα χθες;
Zij ruimden het veld na de wedstrijd. / Αυτοί καθάρισαν το γήπεδο μετά τον αγώνα.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb geruimd | εγώ έχω τακτοποιήσει / τακτοποίησα / έχω καθαρίσει / καθάρισα / έχω αδειάσει / άδειασα / έχω μαζέψει / μάζεψα
jij .:. hebt geruimd | εσύ έχεις τακτοποιήσει / τακτοποίησες / έχεις καθαρίσει / καθάρισες / έχεις αδειάσει / άδειασες / έχεις μαζέψει / μάζεψες
u .:. heeft / hebt geruimd | εσείς έχετε τακτοποιήσει / τακτοποιήσατε / έχετε καθαρίσει / καθαρίσατε / έχετε αδειάσει / αδειάσατε / έχετε μαζέψει / μαζέψατε [ευγενείας]
hij .:. heeft geruimd | αυτός έχει τακτοποιήσει / τακτοποίησε / έχει καθαρίσει / καθάρισε / έχει αδειάσει / άδειασε / έχει μαζέψει / μάζεψε
zij .:. heeft geruimd | αυτή έχει τακτοποιήσει / τακτοποίησε / έχει καθαρίσει / καθάρισε / έχει αδειάσει / άδειασε / έχει μαζέψει / μάζεψε
het .:. heeft geruimd | αυτό έχει τακτοποιήσει / τακτοποίησε / έχει καθαρίσει / καθάρισε / έχει αδειάσει / άδειασε / έχει μαζέψει / μάζεψε
wij .:. hebben geruimd | εμείς έχουμε τακτοποιήσει / τακτοποιήσαμε / έχουμε καθαρίσει / καθαρίσαμε / έχουμε αδειάσει / αδειάσαμε / έχουμε μαζέψει / μαζέψαμε
jullie .:. hebben geruimd | εσείς έχετε τακτοποιήσει / τακτοποιήσατε / έχετε καθαρίσει / καθαρίσατε / έχετε αδειάσει / αδειάσατε / έχετε μαζέψει / μαζέψατε
zij .:. hebben geruimd | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν τακτοποιήσει / τακτοποίησαν / έχουν καθαρίσει / καθάρισαν / έχουν αδειάσει / άδειασαν / έχουν μαζέψει / μάζεψαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb mijn bureau al opgeruimd. / Εγώ έχω ήδη τακτοποιήσει το γραφείο μου.
Heb jij het speelgoed opgeruimd? / Έχεις μαζέψει εσύ τα παιχνίδια;
Zij hebben de weg snel geruimd. / Αυτοί έχουν καθαρίσει / αδειάσει τον δρόμο γρήγορα.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal ruimen | εγώ θα τακτοποιώ / θα τακτοποιήσω / θα καθαρίζω / θα καθαρίσω / θα αδειάζω / θα αδειάσω / θα μαζεύω / θα μαζέψω
jij .:. zult ruimen | εσύ θα τακτοποιείς / θα τακτοποιήσεις / θα καθαρίζεις / θα καθαρίσεις / θα αδειάζεις / θα αδειάσεις / θα μαζεύεις / θα μαζέψεις
u .:. zult ruimen | εσείς θα τακτοποιείτε / θα τακτοποιήσετε / θα καθαρίζετε / θα καθαρίσετε / θα αδειάζετε / θα αδειάσετε / θα μαζεύετε / θα μαζέψετε [ευγενείας]
hij .:. zal ruimen | αυτός θα τακτοποιεί / θα τακτοποιήσει / θα καθαρίζει / θα καθαρίσει / θα αδειάζει / θα αδειάσει / θα μαζεύει / θα μαζέψει
zij .:. zal ruimen | αυτή θα τακτοποιεί / θα τακτοποιήσει / θα καθαρίζει / θα καθαρίσει / θα αδειάζει / θα αδειάσει / θα μαζεύει / θα μαζέψει
het .:. zal ruimen | αυτό θα τακτοποιεί / θα τακτοποιήσει / θα καθαρίζει / θα καθαρίσει / θα αδειάζει / θα αδειάσει / θα μαζεύει / θα μαζέψει
wij .:. zullen ruimen | εμείς θα τακτοποιούμε / θα τακτοποιήσουμε / θα καθαρίζουμε / θα καθαρίσουμε / θα αδειάζουμε / θα αδειάσουμε / θα μαζεύουμε / θα μαζέψουμε
jullie .:. zullen ruimen | εσείς θα τακτοποιείτε / θα τακτοποιήσετε / θα καθαρίζετε / θα καθαρίσετε / θα αδειάζετε / θα αδειάσετε / θα μαζεύετε / θα μαζέψετε
zij .:. zullen ruimen | αυτοί / αυτές / αυτά θα τακτοποιούν / θα τακτοποιήσουν / θα καθαρίζουν / θα καθαρίσουν / θα αδειάζουν / θα αδειάσουν / θα μαζεύουν / θα μαζέψουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal straks de keuken opruimen. / Εγώ θα τακτοποιήσω / καθαρίσω τη κουζίνα σε λίγο.
Zal jij de garage opruimen? / Θα τακτοποιήσεις / αδειάσεις εσύ το γκαράζ;
Zij zullen de rotzooi ruimen. / Αυτοί θα μαζέψουν / καθαρίσουν την ακαταστασία.
Uitleg / Επεξήγηση:
1. Opruimen (Τακτοποιώ / Μαζεύω / Βάζω σε τάξη)
Το opruimen είναι το πιο συνηθισμένο ρήμα στην καθημερινή ζωή όταν μιλάμε για χώρους, δωμάτια ή αντικείμενα που είναι ακατάστατα. Σημαίνει ότι βάζω πράγματα στη θέση τους και τακτοποιώ την ακαταστασία.
2. Ruimen (Αδειάζω / Καθαρίζω / Απομακρύνω εμπόδια)
Το σκέτο ruimen χρησιμοποιείται σε πιο επίσημο, τεχνικό ή ειδικό πλαίσιο. Σημαίνει ότι απομακρύνω εντελώς κάτι που εμποδίζει, αδειάζω έναν χώρο από περιεχόμενο ή κάνω εκκαθάριση.
Korte regel / Σύντομος κανόνας:
Θες να πεις «τακτοποιώ / μαζεύω» (σπίτι, δωμάτιο, τραπέζι); ➡️ opruimen
Θες να πεις «καθαρίζω εμπόδια / απομακρύνω / εκκαθαρίζω» (χιόνι, δρόμο, πεδίο); ➡️ ruimen