Het werkwoord: slapen / Το ρήμα: κοιμάμαι
Infinitief / Απαρέμφατο: slapen / κοιμάμαι
Stam / Θέμα: slaap
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: geslapen / κοιμηθεί — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. slaap | εγώ κοιμάμαι
jij .:. slaapt | εσύ κοιμάσαι
u .:. slaapt | εσείς κοιμάστε [ευγενείας]
hij .:. slaapt | αυτός κοιμάται
zij .:. slaapt | αυτή κοιμάται
het .:. slaapt | αυτό κοιμάται
wij .:. slapen | εμείς κοιμόμαστε
jullie .:. slapen | εσείς κοιμάστε
zij .:. slapen | αυτοί / αυτές / αυτά κοιμούνται
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik slaap meestal acht uur per nacht. / Εγώ κοιμάμαι συνήθως οκτώ ώρες τη νύχτα.
Slaapt de baby al in haar wieg? / Κοιμάται το μωρό ήδη στην κούνια της;
Wij slapen in het weekend graag wat langer. / Εμείς κοιμόμαστε ευχάριστα λίγο περισσότερο το σαββατοκύριακο.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. sliep | εγώ κοιμόμουν / κοιμήθηκα
jij .:. sliep | εσύ κοιμόσουν / κοιμήθηκες
u .:. sliep | εσείς κοιμόσασταν / κοιμηθήκατε [ευγενείας]
hij .:. sliep | αυτός κοιμόταν / κοιμήθηκε
zij .:. sliep | αυτή κοιμόταν / κοιμήθηκε
het .:. sliep | αυτό κοιμόταν / κοιμήθηκε
wij .:. sliepen | εμείς κοιμόμασταν / κοιμηθήκαμε
jullie .:. sliepen | εσείς κοιμόσασταν / κοιμηθήκατε
zij .:. sliepen | αυτοί / αυτές / αυτά κοιμόντουσαν / κοιμήθηκαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteravond sliep ik heel erg snel in. / Χθες το βράδυ κοιμήθηκα πάρα πολύ γρήγορα.
Sliep jij goed tijdens de storm? / Κοιμήθηκες εσύ καλά κατά τη διάρκεια της καταιγίδας;
De kinderen sliepen rustig in hun kamer. / Τα παιδιά κοιμόντουσαν ήσυχα στο δωμάτιό τους.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb geslapen | εγώ έχω κοιμηθεί / κοιμήθηκα
jij .:. hebt geslapen | εσύ έχεις κοιμηθεί / κοιμήθηκες
u .:. heeft / hebt geslapen | εσείς έχετε κοιμηθεί / κοιμηθήκατε [ευγενείας]
hij .:. heeft geslapen | αυτός έχει κοιμηθεί / κοιμήθηκε
zij .:. heeft geslapen | αυτή έχει κοιμηθεί / κοιμήθηκε
het .:. heeft geslapen | αυτό έχει κοιμηθεί / κοιμήθηκε
wij .:. hebben geslapen | εμείς έχουμε κοιμηθεί / κοιμηθήκαμε
jullie .:. hebben geslapen | εσείς έχετε κοιμηθεί / κοιμηθήκατε
zij .:. hebben geslapen | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν κοιμηθεί / κοιμήθηκαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb vannacht heel slecht geslapen. / Εγώ έχω κοιμηθεί πολύ άσχημα απόψε/χθες το βράδυ.
Heb jij genoeg geslapen voor het examen? / Έχεις κοιμηθεί αρκετά εσύ για τις εξετάσεις;
Wij hebben heerlijk geslapen in het hotel. / Εμείς έχουμε κοιμηθεί υπέροχα στο ξενοδοχείο.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal slapen | εγώ θα κοιμηθώ / θα κοιμάμαι
jij .:. zult slapen | εσύ θα κοιμηθείς / θα κοιμάσαι
u .:. zult slapen | εσείς θα κοιμηθείτε / θα κοιμάστε [ευγενείας]
hij .:. zal slapen | αυτός θα κοιμηθεί / θα κοιμάται
zij .:. zal slapen | αυτή θα κοιμηθεί / θα κοιμάται
het .:. zal slapen | αυτό θα κοιμηθεί / θα κοιμάται
wij .:. zullen slapen | εμείς θα κοιμηθούμε / θα κοιμόμαστε
jullie .:. zullen slapen | εσείς θα κοιμηθείτε / θα κοιμάστε
zij .:. zullen slapen | αυτοί / αυτές / αυτά θα κοιμηθούν / θα κοιμούνται
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal vanavond vroeg slapen. / Εγώ θα κοιμηθώ νωρίς απόψε.
Zult u in de trein slapen? / Θα κοιμηθείτε εσείς στο τρένο;
Zij zullen tijdens de vlucht slapen. / Αυτοί θα κοιμηθούν κατά τη διάρκεια της πτήσης.