Het werkwoord: staan / Το ρήμα: στέκομαι, βρίσκομαι (σε όρθια θέση)
Infinitief / Απαρέμφατο: staan / στέκομαι
Stam / Θέμα: sta
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gestaan / σταθεί — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. sta | εγώ στέκομαι
jij .:. staat | εσύ στέκεσαι
u .:. staat | εσείς στέκεστε [ευγενείας]
hij .:. staat | αυτός στέκεται
zij .:. staat | αυτή στέκεται
het .:. staat | αυτό στέκεται
wij .:. staan | εμείς στεκόμαστε
jullie .:. staan | εσείς στέκεστε
zij .:. staan | αυτοί / αυτές / αυτά στέκονται
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik sta bij de bushalte. / Εγώ στέκομαι στη στάση του λεωφορείου.
Waar staat het boek? / Πού βρίσκεται το βιβλίο;
Zij staan in de rij voor het museum. / Αυτοί στέκονται στην ουρά για το μουσείο.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. stond | εγώ στεκόμουν / στάθηκα
jij .:. stond | εσύ στεκόσουν / στάθηκες
u .:. stond | εσείς στεκόσασταν / σταθήκατε [ευγενείας]
hij .:. stond | αυτός στεκόταν / στάθηκε
zij .:. stond | αυτή στεκόταν / στάθηκε
het .:. stond | αυτό στεκόταν / στάθηκε
wij .:. stonden | εμείς στεκόμασταν / σταθήκαμε
jullie .:. stonden | εσείς στεκόσασταν / σταθήκατε
zij .:. stonden | αυτοί / αυτές / αυτά στεκόντουσαν / στάθηκαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren stond ik urenlang op mijn benen. / Χθες στεκόμουν όρθιος για ώρες.
Stond jij daarnet voor de deur? / Στεκόσουν εσύ πριν από λίγο μπροστά στην πόρτα;
Zij stonden te praten in de tuin. / Αυτοί στέκονταν και μιλούσαν στον κήπο.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gestaan | εγώ έχω σταθεί / στάθηκα
jij .:. hebt gestaan | εσύ έχεις σταθεί / στάθηκες
u .:. heeft / hebt gestaan | εσείς έχετε σταθεί / σταθήκατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gestaan | αυτός έχει σταθεί / στάθηκε
zij .:. heeft gestaan | αυτή έχει σταθεί / στάθηκε
het .:. heeft gestaan | αυτό έχει σταθεί / στάθηκε
wij .:. hebben gestaan | εμείς έχουμε σταθεί / σταθήκαμε
jullie .:. hebben gestaan | εσείς έχετε σταθεί / σταθήκατε
zij .:. hebben gestaan | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν σταθεί / στάθηκαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb de hele dag in de file gestaan. / Εγώ έχω σταθεί στη κίνηση όλη μέρα.
Heb jij ooit op een podium gestaan? / Έχεις σταθεί εσύ ποτέ σε μια σκηνή;
Wij hebben lang te wachten gestaan. / Εμείς σταθήκαμε περιμένοντας για ώρα.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal staan | εγώ θα σταθώ / θα στέκομαι
jij .:. zult staan | εσύ θα σταθείς / θα στέκεσαι
u .:. zult staan | εσείς θα σταθείτε / θα στέκεστε [ευγενείας]
hij .:. zal staan | αυτός θα σταθεί / θα στέκεται
zij .:. zal staan | αυτή θα σταθεί / θα στέκεται
het .:. zal staan | αυτό θα σταθεί / θα στέκεται
wij .:. zullen staan | εμείς θα σταθούμε / θα στεκόμαστε
jullie .:. zullen staan | εσείς θα σταθείτε / θα στέκεστε
zij .:. zullen staan | αυτοί / αυτές / αυτά θα σταθούν / θα στέκονται
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal morgen bij de ingang staan. / Εγώ θα στέκομαι στην είσοδο αύριο.
Zult u aan onze kant staan? / Θα σταθείτε εσείς στο πλευρό μας;
Zij zullen klaar staan om te helpen. / Αυτοί θα στέκονται έτοιμοι να βοηθήσουν.