Het werkwoord: stelen / Το ρήμα: κλέβω
Infinitief / Απαρέμφατο: stelen / κλέβω
Stam / Θέμα: steel
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gestolen / κλέψει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. steel | εγώ κλέβω
jij .:. steelt | εσύ κλέβεις
u .:. steelt | εσείς κλέβετε [ευγενείας]
hij .:. steelt | αυτός κλέβει
zij .:. steelt | αυτή κλέβει
het .:. steelt | αυτό κλέβει
wij .:. stelen | εμείς κλέβουμε
jullie .:. stelen | εσείς κλέβετε
zij .:. stelen | αυτοί / αυτές / αυτά κλέβουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Iemand steelt mijn fiets. / Κάποιος κλέβει το ποδήλατό μου.
Steelt die man geld uit de winkel? / Κλέβει αυτός ο άντρας χρήματα από το κατάστημα;
Zij stelen nooit spullen van anderen. / Αυτοί δεν κλέβουν ποτέ πράγματα άλλων.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. stal | εγώ έκλεβα / έκλεψα
jij .:. stal | εσύ έκλεβες / έκλεψες
u .:. stal | εσείς κλέβατε / κλέψατε [ευγενείας]
hij .:. stal | αυτός έκλεβε / έκλεψε
zij .:. stal | αυτή έκλεβε / έκλεψε
het .:. stal | αυτό έκλεβε / έκλεψε
wij .:. stalen | εμείς κλέβαμε / κλέψαμε
jullie .:. stalen | εσείς κλέβατε / κλέψατε
zij .:. stalen | αυτοί / αυτές / αυτά έκλεβαν / έκλεψαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
De dief stal gisteravond een dure auto. / Ο κλέφτης έκλεψε χθες το βράδυ ένα ακριβό αυτοκίνητο.
Stal hij zomaar jouw tas? / Έκλεψε αυτός έτσι απλά τη τσάντα σου;
Zij stalen veel geld uit de bank. / Αυτοί έκλεψαν πολλά χρήματα από την τράπεζα.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gestolen | εγώ έχω κλέψει / έκλεψα
jij .:. hebt gestolen | εσύ έχεις κλέψει / έκλεψες
u .:. heeft / hebt gestolen | εσείς έχετε κλέψει / κλέψατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gestolen | αυτός έχει κλέψει / έκλεψε
zij .:. heeft gestolen | αυτή έχει κλέψει / έκλεψε
het .:. heeft gestolen | αυτό έχει κλέψει / έκλεψε
wij .:. hebben gestolen | εμείς έχουμε κλέψει / κλέψαμε
jullie .:. hebben gestolen | εσείς έχετε κλέψει / κλέψατε
zij .:. hebben gestolen | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν κλέψει / έκλεψαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Iemand heeft mijn telefoon gestolen. / Κάποιος έχει κλέψει το τηλέφωνό μου.
Heb jij ooit iets gestolen? / Έχεις κλέψει εσύ ποτέ κάτι;
Zij hebben de dure schilderijen gestolen. / Αυτοί έχουν κλέψει τους ακριβούς πίνακες.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal stelen | εγώ θα κλέψω / θα κλέβω
jij .:. zult stelen | εσύ θα κλέψεις / θα κλέβεις
u .:. zult stelen | εσείς θα κλέψετε / θα κλέβετε [ευγενείας]
hij .:. zal stelen | αυτός θα κλέψει / θα κλέβει
zij .:. zal stelen | αυτή θα κλέψει / θα κλέβει
het .:. zal stelen | αυτό θα κλέψει / θα κλέβει
wij .:. zullen stelen | εμείς θα κλέψουμε / θα κλέβουμε
jullie .:. zullen stelen | εσείς θα κλέψετε / θα κλέβετε
zij .:. zullen stelen | αυτοί / αυτές / αυτά θα κλέψουν / θα κλέβουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Niemand zal jouw spullen stelen. / Κανείς δεν θα κλέψει τα πράγματά σου.
Zal hij de show stelen vanavond? / Θα «κλέψει την παράσταση» αυτός απόψε;
Zij zullen nooit meer stelen. / Αυτοί δεν θα κλέψουν ποτέ ξανά.