Het werkwoord: werken / Το ρήμα: δουλεύω, εργάζομαι
Infinitief / Απαρέμφατο: werken / δουλεύω, εργάζομαι
Stam / Θέμα: werk
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gewerkt / δουλέψει, εργαστεί — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. werk | εγώ δουλεύω
jij .:. werkt | εσύ δουλεύεις
u .:. werkt | εσείς δουλεύετε [ευγενείας]
hij .:. werkt | αυτός δουλεύει
zij .:. werkt | αυτή δουλεύει
het .:. werkt | αυτό δουλεύει
wij .:. werken | εμείς δουλεύουμε
jullie .:. werken | εσείς δουλεύετε
zij .:. werken | αυτοί / αυτές / αυτά δουλεύουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik werk vandaag vanuit huis. / Εγώ δουλεύω σήμερα από το σπίτι.
Waar werkt jij tegenwoordig? / Πού δουλεύεις εσύ στις μέρες μας;
Wij werken aan een nieuw project. / Εμείς δουλεύουμε πάνω σε ένα νέο έργο.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. werkte | εγώ δούλευα / δούλεψα
jij .:. werkte | εσύ δούλευες / δούλεψες
u .:. werkte | εσείς δουλεύατε / δουλέψατε [ευγενείας]
hij .:. werkte | αυτός δούλευε / δούλεψε
zij .:. werkte | αυτή δούλευε / δούλεψε
het .:. werkte | αυτό δούλευε / δούλεψε
wij .:. werkten | εμείς δουλεύαμε / δουλέψαμε
jullie .:. werkten | εσείς δουλεύατε / δουλέψατε
zij .:. werkten | αυτοί / αυτές / αυτά δούλευαν / δούλεψαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren werkte ik tot laat. / Χθες δούλεψα μέχρι αργά.
Zij werkten vroeger in een ziekenhuis. / Αυτοί δούλευαν παλαιότερα σε ένα νοσοκομείο.
Werkte jij vorig jaar ook hier? / Δούλευες εσύ και πέρυσι εδώ;
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gewerkt | εγώ έχω δουλέψει / δούλεψα
jij .:. hebt gewerkt | εσύ έχεις δουλέψει / δούλεψες
u .:. heeft / hebt gewerkt | εσείς έχετε δουλέψει / δουλέψατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gewerkt | αυτός έχει δουλέψει / δούλεψε
zij .:. heeft gewerkt | αυτή έχει δουλέψει / δούλεψε
het .:. heeft gewerkt | αυτό έχει δουλέψει / δούλεψε
wij .:. hebben gewerkt | εμείς έχουμε δουλέψει / δουλέψαμε
jullie .:. hebben gewerkt | εσείς έχετε δουλέψει / δουλέψατε
zij .:. hebben gewerkt | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν δουλέψει / δούλεψαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb de hele week hard gewerkt. / Εγώ έχω δουλέψει σκληρά όλη την εβδομάδα.
Heb jij al met deze computer gewerkt? / Έχεις δουλέψει εσύ ήδη με αυτόν τον υπολογιστή;
Wij hebben veel samen gewerkt. / Εμείς έχουμε δουλέψει πολύ μαζί.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal werken | εγώ θα δουλέψω / θα δουλεύω
jij .:. zult werken | εσύ θα δουλέψεις / θα δουλεύεις
u .:. zult werken | εσείς θα δουλέψετε / θα δουλεύετε [ευγενείας]
hij .:. zal werken | αυτός θα δουλέψει / θα δουλεύει
zij .:. zal werken | αυτή θα δουλέψει / θα δουλεύει
het .:. zal werken | αυτό θα δουλέψει / θα δουλεύει
wij .:. zullen werken | εμείς θα δουλέψουμε / θα δουλεύουμε
jullie .:. zullen werken | εσείς θα δουλέψετε / θα δουλεύετε
zij .:. zullen werken | αυτοί / αυτές / αυτά θα δουλέψουν / θα δουλεύουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Morgen zal ik niet werken. / Αύριο δεν θα δουλέψω.
Wij zullen in het weekend werken. / Εμείς θα δουλέψουμε το Σαββατοκύριακο.
Zij zullen vanaf volgende week hier werken. / Αυτοί θα δουλεύουν εδώ από την επόμενη εβδομάδα.