Het werkwoord: zoeken / Το ρήμα: ψάχνω, αναζητώ
Infinitief / Απαρέμφατο: zoeken / ψάχνω, αναζητώ
Stam / Θέμα: zoek
Voltooid Deelwoord / Μετοχή Παρακειμένου: gezocht / ψάξει, αναζητήσει — με βοηθητικό ρήμα hebben
Onvoltooid Tegenwoordige Tijd – OOT / Ενεστώτας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zoek | εγώ ψάχνω
jij .:. zoekt | εσύ ψάχνεις
u .:. zoekt | εσείς ψάχνετε [ευγενείας]
hij .:. zoekt | αυτός ψάχνει
zij .:. zoekt | αυτή ψάχνει
het .:. zoekt | αυτό ψάχνει
wij .:. zoeken | εμείς ψάχνουμε
jullie .:. zoeken | εσείς ψάχνετε
zij .:. zoeken | αυτοί / αυτές / αυτά ψάχνουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zoek mijn sleutels. / Εγώ ψάχνω τα κλειδιά μου.
Wat zoek jij in de kast? / Τι ψάχνεις εσύ στο ντουλάπι;
Zij zoeken een nieuw huis. / Αυτοί ψάχνουν ένα νέο σπίτι.
Onvoltooid Verleden Tijd – OVT / Αόριστος – Παρατατικός
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zocht | εγώ έψαχνα / έψαξα
jij .:. zocht | εσύ έψαχνες / έψαξες
u .:. zocht | εσείς ψάχνατε / ψάξατε [ευγενείας]
hij .:. zocht | αυτός έψαχνε / έψαξε
zij .:. zocht | αυτή έψαχνε / έψαξε
het .:. zocht | αυτό έψαχνε / έψαξε
wij .:. zochten | εμείς ψάχναμε / ψάξαμε
jullie .:. zochten | εσείς ψάχνατε / ψάξατε
zij .:. zochten | αυτοί / αυτές / αυτά έψαχναν / έψαξαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Gisteren zocht ik naar mijn paspoort. / Χθες εγώ έψαχνα το διαβατήριό μου.
Zocht jij gisteren contact met mij? / Έψαχνες εσύ επαφή μαζί μου χθες;
Zij zochten lang naar een oplossing. / Αυτοί έψαχναν καιρό για μια λύση.
Voltooid Tegenwoordige Tijd – VTT / Παρακείμενος
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. heb gezocht | εγώ έχω ψάξει / έψαξα
jij .:. hebt gezocht | εσύ έχεις ψάξει / έψαξες
u .:. heeft / hebt gezocht | εσείς έχετε ψάξει / ψάξατε [ευγενείας]
hij .:. heeft gezocht | αυτός έχει ψάξει / έψαξε
zij .:. heeft gezocht | αυτή έχει ψάξει / έψαξε
het .:. heeft gezocht | αυτό έχει ψάξει / έψαξε
wij .:. hebben gezocht | εμείς έχουμε ψάξει / ψάξαμε
jullie .:. hebben gezocht | εσείς έχετε ψάξει / ψάξατε
zij .:. hebben gezocht | αυτοί / αυτές / αυτά έχουν ψάξει / έψαξαν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik heb overal naar mijn bril gezocht. / Εγώ έχω ψάξει παντού για τα γυαλιά μου.
Heb jij al op internet gezocht? / Έχεις ψάξει εσύ ήδη στο διαδίκτυο;
Wij hebben urenlang naar de kat gezocht. / Εμείς ψάχναμε τη γάτα για ώρες.
Onvoltooid Toekomstige Tijd – OTT / Μέλλοντας
Vervoeging / Κλίση:
ik .:. zal zoeken | εγώ θα ψάξω / θα ψάχνω
jij .:. zult zoeken | εσύ θα ψάξεις / θα ψάχνεις
u .:. zult zoeken | εσείς θα ψάξετε / θα ψάχνετε [ευγενείας]
hij .:. zal zoeken | αυτός θα ψάξει / θα ψάχνει
zij .:. zal zoeken | αυτή θα ψάξει / θα ψάχνει
het .:. zal zoeken | αυτό θα ψάξει / θα ψάχνει
wij .:. zullen zoeken | εμείς θα ψάξουμε / θα ψάχνουμε
jullie .:. zullen zoeken | εσείς θα ψάξετε / θα ψάχνετε
zij .:. zullen zoeken | αυτοί / αυτές / αυτά θα ψάξουν / θα ψάχνουν
Voorbeelden / Παραδείγματα:
Ik zal morgen naar een goeie auto zoeken. / Εγώ θα ψάξω για ένα καλό αυτοκίνητο αύριο.
Zult u een passende oplossing zoeken? / Θα ψάξετε εσείς μια κατάλληλη λύση;
Zij zullen samen naar antwoorden zoeken. / Αυτοί θα ψάξουν μαζί για απαντήσεις.